Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2019

ev media-logo

Γιώργος Ευσταθίου: «Ό,τι μου δίνεις είναι λίγο, το ελάχιστο ένα αντίδωρο στην πείνα τόσων χρόνων». Γράφει ο Θεοφάνης Παναγιωτόπουλος

«Η τρυφερότητα των άκρων» του Γιώργου Ευσταθίου -ποιητική συλλογή εκδ. ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ- αποτελείται από ποιήματα και ρήσεις -δουλεμένα με μεράκι- και νοτισμένα με ‘κείνα τα δάκρυα… των ποιητών που μένουν για πάντα ανεξίτηλα στον χρόνο.837

Η γραφίδα του ευαίσθητη μα όχι εύθραυστη. Βασικό μοτίβο του ποιητικού έργου είναι η μνήμη και οι συνέπειες της στο σώμα και στην ψυχή. Η ποίηση του είναι το καραβοφάναρο στις μεγάλες θαλασσοταραχές των ερώτων, η ποίηση του είναι μια  ακτίνα φωτός  που γλίστρησε στον σκοτεινό μας κόσμο... Η μοναξιά, η ερημία, η μνήμη… ώσπου «ν’ ανθίσει και πάλι το χαμόγελο, θα δεις».

Λίγα λόγια για τον ποιητή Γιώργο Ευσταθίου:

Ο Γιώργος Ευσταθίου, ευβοεύς την καταγωγή, γεννήθηκε το 1956 στην Αθήνα. Εργάστηκε ως ραδιοφωνικός παραγωγός στο Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΤ με διευθυντές τον Μάνο Χατζιδάκι (1978-1981) και τον Δημήτρη Παπαδημητρίου (2003 -2013). Στο μεσοδιάστημα δημοσιογραφούσε ως συντάκτης των περιοδικών ΠΡΟΣΩΠΑ του Άρη Δαβαράκη, Marie Claire και ΚΛΙΚ, DIVA, MEN, ΓΥΝΑΙΚΑ του Άρη Τερζόπουλου. Στίχους του έχουν μελοποιήσει ο Δημήτρης Παπαδημητρίου και ο Σταμάτης Κραουνάκης. Η ποιητική συλλογή «Η τρυφερότητα των άκρων» είναι το πρώτο του βιβλίο.


Η ΤΡΥΦΕΡΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΚΡΩΝ

Έσκυψε και ξαφνικά του φίλησε τα πόδια

σημάδι ολοφάνερο της άγριας τρυφερότητας

έμοιαζε κύμα ορμητικό που σκάει στην άμμο

η μέσα θάλασσα βρήκε διέξοδο∙ τον τρόπο.


Τα πήρε μες τα χέρια του μ’ όλο τον σεβασμό

ωραία πέλματα, τόσο γερά, καλοσχηματισμένα

με δάκτυλα συμμετρικά, δέρμα σχεδόν εφηβικό

– μακάρι να βρισκόταν πρόχειρο κανένα μύρο.


Τα πήρε μες τα χέρια του με δέος∙ σιωπηλός

τα σκέπασε με χάδια∙ για ώρα τα κράτησε απαλά

όπως κρατάς καμιά φορά προτού να κοιμηθείς

ένα βιβλίο ανοιχτό στην τελευταία του σελίδα.


ΤΟ ΑΧΥΡΟ

Χάθηκα, ανεμοστρόβιλος ο έρωτάς σου

με πήρε και με σήκωσε σαν άχυρο ξερό

σ’ ένα ταξίδι μαγικό, ανέλπιστο σχεδόν

και πού να κρατηθώ, έτσι παραδομένος

με πήγαινε ο άνεμος, χωρίς προορισμό

με αίσθηση κυρίαρχη τη θελκτική απάτη

άθροισμα τού τίποτα τα πριν σημαντικά.


Χάθηκα, ανεμοστρόβιλος ο έρωτάς σου

χωρίς καμιάν αντίσταση, σαν άχυρο ξερό

αυτός ο εξαίσιος ίλιγγος, ο φόβος ο γλυκός

την τύχη μου ο εισβολεύς κρατάει, την ορίζει

ερήμην του όλα γίνονται τα τόσα θαυμαστά

μα ευτυχώς αθέατα, μη φοβηθεί κι ο ξένος

για τα πολλά παράδοξα, τη δίψα της ψυχής.