Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2018

ev media-logo


Εξιδανικεύσεις και αποκαθηλώσεις. Ο Διονύσης Παρούτσας για την επέτειο του Πολυτεχνείου, άρθρο από την έντυπη έκδοση

Το Σάββατο είναι η 45η επέτειος του Πολυτεχνείου. Εκδηλώσεις μνήμης θα πραγματοποιηθούν και πάλι, πανηγυρικοί θα αναγνωστούν και γενικά θα επικρατήσει ξανά η περίοδος ψυχικής ανάτασης που επιβάλλουν οι εορτασμοί αυτού του είδους. Κι ενώ οι θεατές αυτών των εκδηλώσεων θα φύγουν στο τέλος έμπλεοι εθνικής περηφάνιας καθώς και περισσότερο ή λιγότερο προβληματισμένοι για την πολιτική κατάσταση, για την οικονομική κρίση και για την εθνική επιβίωση, κάποιοι άλλοι θα προσπαθήσουν να ακυρώσουν όλη αυτή την ψυχική ολοκλήρωση.828

Κάποιοι θα τονίσουν ότι ο αγώνας των παιδιών που ξεσηκώθηκαν τότε, ουσιαστικά έγινε αντικείμενο καπηλείας από τον Ιωαννίδη που θέλησε να αντικαταστήσει τον Παπαδόπουλο στην ιεραρχία της χούντας, προκειμένου να αποφύγει την επιστροφή στην πολιτική ομαλότητα και τις εκλογές, οι οποίες είχαν δρομολογηθεί για λίγο αργότερα εκείνη τη χρονιά.

Αναμασώντας τα επιχειρήματα που έχουν χρησιμοποιήσει οι κατά καιρούς υποστηρικτές της χούντας, θα πουν ξανά ότι τα θύματα δεν ήταν χιλιάδες, αλλά μόνο «λίγες δεκάδες» και ότι κανείς δεν σκοτώθηκε μέσα στο χώρο του Πολυτεχνείου, αλλά έξω από αυτόν. Λες και κάθε ζωή που χάνεται αξίζει λιγότερο εάν δεν είναι μέρος μαζικής δολοφονίας ή λες και παίζει ρόλο ο χώρος στον οποίο πραγματοποιείται η απώλειά της!

Εν πάση περιπτώσει, η Δημοκρατία έχει χώρο για όλους, ακόμη και για τους αρνητές της. Δεν είναι πρωτοφανής αυτή η αντιμετώπιση των συγκεκριμένων γεγονότων, δεν σταμάτησε και δεν πρόκειται να σταματήσει. Αντίθετα, μάλλον είναι συμφυής με τον συγκεκριμένο εορτασμό. Εξ αυτού του λόγου μάλιστα η ουσία των γεγονότων δεν αποτελεί και το αντικείμενο πραγμάτευσης του σημερινού άρθρου. Εκείνο που μας απασχολεί εδώ, είναι το αν θα πρέπει να ηρωοποιούνται όσοι συμμετείχαν στο Πολυτεχνείο τότε και όχι αν επιτρέπεται σε κάποιον να τους αμφισβητεί, να τους ακυρώνει και να χρησιμοποιεί αυτή την επέτειο για να κρατήσει ή να επανακτήσει το εκλογικό του κοινό.

Αν γυρίσουμε πίσω σε όλη την ιστορική πορεία της Ελλάδας θα διαπιστώσουμε ότι για κάθε συμβάν υπήρχε και έχει καταγραφεί από τους ιστορικούς πληθώρα αντιδράσεων, επεκτεινόμενη από το ένα άκρο του φάσματος ως το άλλο, οποιαδήποτε μορφή και αν είχε αυτό το φάσμα.

Για παράδειγμα, ο θάνατος του Καραϊσκάκη στο Φάληρο, απασχόλησε πολύ την επικαιρότητα της εποχής του, καθώς πολλοί ήταν αυτοί που υποστήριξαν ότι ο καπετάνιος πυροβολήθηκε στην πλάτη – και άρα μάλλον όχι από τους Τούρκους.

Για τον Καποδίστρια ειπώθηκε ότι ήταν πολύ αυταρχικός και ότι αυτό που θέλησε να επιβάλλει στο κράτος ήταν η προσωπική του κυριαρχία και τα συμφέροντά του. Ο Τρικούπης υπήρξε αμφιλεγόμενος πολιτικός, υπεύθυνος για μια από τις κατά καιρούς οικονομικές χρεοκοπίες της χώρας. Ο Βενιζέλος κατηγορήθηκε ως υπαίτιος εθνικού διχασμού και διπλωματικών ηττών, οι καπεταναίοι του ΕΛΑΣ ότι προσέβλεπαν στην προσχώρηση της χώρας στο σιδηρούν παραπέτασμα, ο Καραμανλής ότι μετήλθε ανοίκειων μεθόδων για να αναρριχηθεί στην εξουσία, ο Μητσοτάκης ως αποστάτης, ο Παπανδρέου ως λαϊκιστής.

Τι λοιπόν; Πρέπει άραγε να δηλητηριάζουμε τις παιδικές ψυχές με την αμφιβολία, πρέπει να ενσπείρουμε στα εφηβικά μυαλά την απόρριψη, στο όνομα κάποιας αμφιλεγόμενης «αλήθειας»; Μήπως άραγε κάθε ανθρώπινη δράση δεν εμπεριέχει ως ένα βαθμό και την ιδιοτέλεια; Είναι δυνατόν να διαγραφεί η ιστορική πορεία του Έθνους, επειδή όλοι οι ηγέτες του διέθεταν απλά την ανθρώπινη ιδιότητα;

Μόνο ο Μακρυγιάννης ήταν ανιδιοτελής, μόνο αυτός διέθετε εκείνο το μυστικιστικό πνεύμα του Παπαδιαμάντη, (όσο κι αν η σύγκριση απαιτεί έναν πρωθύστερο αναχρονισμό) που θα έπρεπε ίσως διαθέτουν όλοι όσοι ασχολούνται με τα κοινά, όπως υποστήριζε και ο Πλάτωνας στην ιδανική του πολιτεία. Όλοι οι άλλοι δεν ήταν δυνατόν να μην υποκύψουν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό στις αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης τους.

Όμως η νεολαία, ανέκαθεν αλλά και σήμερα έχει ανάγκη από ινδάλματα και ιδανικά. Έχει ανάγκη από εξιδανικεύσεις έτσι ώστε να μπορεί να διακρίνει το σωστό από το λάθος σε ένα ξεκάθαρα ασπρόμαυρο φόντο και όχι να χάνεται μέσα στις γκρίζες αποχρώσεις της ιστορικής πραγματικότητας και μιας αλήθειας που για να είναι ολοκληρωμένη πρέπει να περιλαμβάνει όλες τις απόψεις. Δεν λέει κανείς να λέμε ψέματα ή να κρύβουμε την αλήθεια. Όποιος ενδιαφέρεται γι’ αυτήν μπορεί να την ψάξει και να την ανακαλύψει ανά πάσα στιγμή.

Όμως, άραγε, ποια αλήθεια είναι μεγαλύτερη από το σπαραξικάρδιο κέλευσμα του συνομήλικού τους εκφωνητή, την ώρα που καλεί μέσα σε απόγνωση τον στρατιώτη που έχει απέναντί του φωνάζοντας «αδέλφια μας Έλληνες, πώς είναι δυνατόν… πώς είναι δυνατόν να πυροβολήσετε»… και όταν απελπισμένος απαγγέλει τον ύμνο στην Ελευθερία.

Πώς μπορεί ο οποιοσδήποτε να ακυρώνει το παράδειγμα, λέγοντας πώς όλοι αυτοί που είχαν πρωτοστατήσει στο Πολυτεχνείο «το εκμεταλλεύτηκαν για να τα οικονομήσουν». Μήπως δεν σκέφτεται ότι τα παιδιά που πρωτοστατούσαν τότε, ήταν απλά φτιαγμένα από την πάστα εκείνη των ανθρώπων που πετυχαίνουν ούτως ή άλλως και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες;

Δεν είναι κακό να εξιδανικεύουμε όσους με τη δράση τους στήριξαν την πορεία της χώρας προς τα εμπρός. Δεν είναι ψέμα όταν φωτίζεις τις θετικές πτυχές της προσωπικότητάς τους, θέλοντας να δείξεις ποιος είναι ο σωστός τρόπος του πολιτεύεσθαι.

Το κακό είναι να ακυρώνεις τα ψήγματα εθνικής ενότητας και αίσθησης ιστορικής συνέχειας, τη στιγμή που ο τόπος και όσοι κατοικούν σε αυτόν, τα έχουν ανάγκη περισσότερο από ποτέ.