Κυριακή, 18 Αυγούστου 2019

ev media-logo


Το κλείσιμο ενός κύκλου. Ο Διονύσης Παρούτσας γράφει, με αφορμή έναν θάνατο, για μια εποχή που πέρασε ανεπιστρεπτί (έντυπη)

Μερικές φορές, κάποια γεγονότα ή άνθρωποι μπορεί να σημαδέψουν μια ολόκληρη εποχή. Ιδίως παλιότερα, όταν η προσωπική επαφή δεν είχε ακόμη υποκατασταθεί από τις απρόσωπες σχέσεις που σήμερα διαπνέουν το πάρε - δώσε με τους συνανθρώπους μας.838-0

Άποψη του Καρπενησίου, 1966

Οι σκέψεις αυτές δεν έχουν άλλη αιτία, από την θλιβερή ανακοίνωση του θανάτου του αείμνηστου Κώστα Τσούκα, ο οποίος έφυγε πλήρης ημερών περιστοιχισμένος από τα παιδιά και τα εγγόνια του, με αξιοπρέπεια, όπως ακριβώς ταιριάζει σε ανθρώπους του είδους του. Φυσικά ο θάνατος ενός 86χρονου, κάθε άλλο παρά αξιοπερίεργος ή δραματικός μπορεί να θεωρηθεί για τους ανθρώπους που δεν ανήκουν στο άμεσο οικογενειακό περιβάλλον. Στο κάτω-κάτω δεν είναι τίποτε άλλο από το αναπόδραστο τέλος της ύπαρξης κάθε έμβιου όντος.

Εντούτοις, η λακωνική δήλωση του θανάτου του, δεν μπορεί παρά να κλείνει μέσα της ιδέες και αναμνήσεις που θα χρειαζόταν τόμους ολόκληρους για να καταγραφούν.

Ο κυρ-Κώστας, ήταν πιθανώς ο τελευταίος εκπρόσωπος μιας ολόκληρης εποχής. Μιας εποχής που στιγμάτισε ο εμφύλιος και η φτώχεια. Αλλά και μιας εποχής αισιόδοξης, με απίστευτη προσμονή για βελτίωση της ζωής, μιας εποχής γεμάτης θαυμαστά πράγματα που το ένα διαδέχονταν το άλλο με εκπληκτική ταχύτητα.

Μιας εποχής με χρώματα και ήχους ξεχασμένους. Με τους θορύβους των φουρνέλων από τη διάνοιξη του δρόμου για τον Προυσό, ή το Αγρίνιο. Με τους ήχους των παιδιών που έπαιζαν στις αυλές και τα σοκάκια των χωριών, στα μέσα της δεκαετίας του 1960.

Με τη φωνή του κυρ-Βασίλη του εφημεριδοπώλη, ανά τας οδούς και τας ρύμας. Με τα χρώματα του Θανάση Αντωνόπουλου απέναντι από την "Παναγία" όπου ανάμεσα σε ηλεκτρικά ήδη και απαστράπτουσες -ασπρόμαυρες- τηλεοπτικές συσκευές, ξεχώριζε η απεικόνιση της κατάκτησης της σελήνης από τον αμερικανικό "Απόλλωνα".

Με "Ανοίξεις" που το άρωμα του αγιοκλήματος συγχέονταν μ' αυτό των τριαντάφυλλων. Ας μην παραξενεύονται οι νεότεροι αναγνώστες. Υπήρχε αλήθεια κάποια εποχή που τα τριαντάφυλλα ευωδίαζαν – είναι αυτά τα τριαντάφυλλα που σήμερα αποκαλούνται "βιντάζ". Βιντάζ! Δηλαδή "παλαιικά"! Αν είναι δυνατόν το φυσικό να είναι παλαιικό…

Με το πλήθος των πυγολαμπίδων στην περιοχή της "βρυσούλας" όπου η "βόλτα" είχε την τιμητική της. Αλήθεια που πήγαν αυτές οι πυγολαμπίδες τώρα; Και γιατί δεν πάει ο κόσμος βόλτα; Μυστήριο… Κι ύστερα ήταν οι χειμώνες. Οι βαρυχειμωνιές. Υπήρχαν τα πολυήμερα κλεισίματα των δρόμων από το χιόνι.

Και μέσα σ' όλα αυτά, χειμώνα-καλοκαίρι, πάντα στη θέση του, πάντα καλοντυμένος και ευθυτενής ο κυρ-Κώστας, κρατώντας στο χέρι τον πήχη, να κόβει υφάσματα, να πουλάει "ντεμισέδες" (κλωστές DMC για κέντημα και ράψιμο), δίπλα στον επίσης αξέχαστο συνέταιρό του Γιώργο Παπαδόπουλο (με σήμα κατατεθέν την μεζούρα, εκείνος), με τα κορίτσια σκυμμένα πάνω στο "αυγό" όπου μαντάριζαν τις νάιλον κάλτσες (!), περιτριγυρισμένοι από πλήθος πολύχρωμα υφασμάτινα "τόπια", κουμπιά, ρούχα, παλτά, παντελόνια, μέσα σε μια σκοτεινή, μυσταγωγική θα έλεγε κανείς ατμόσφαιρα.

Εκεί ντύνονταν οι γαμπροί, εκεί προικίζονταν οι κοπέλες, εκεί αγοραζόταν το ύφασμα για τις μπλε ποδιές του σχολείου, εκεί μάθαιναν τα νέα οι κάτοικοι των χωριών που περνούσαν για ένα τσίπουρο, μέχρι να φύγει το λεωφορείο τους. 

Ένας κόσμος ολόκληρος, ένας κόσμος της καθημερινότητας, ένα επάγγελμα συνηθισμένο, που όμως είχαν τη δυνατότητα να το μετατρέψουν σε κοινωνικό λειτούργημα, και να είναι τόσο περήφανοι γι' αυτό!

Ήταν η εποχή που ο έμπορος, ο δικηγόρος, ο δάσκαλος, ο γιατρός, ο μάστορας, ο τεχνίτης, ο εργάτης, η μοδίστρα, κατανοούσαν απόλυτα τη μοναδικότητα της κοινωνικής τους θέσης, αναγνώριζαν τους περιορισμούς αλλά και τη μοναδική προσφορά τους στο σύνολο.

Ήταν η εποχή που η αυθεντία είχε τον συγκεκριμένο της ρόλο, κανένας δεν μπλεκόταν στη δουλειά του άλλου θεωρώντας ότι μπορεί να την κάνει καλύτερα· κι αυτό έδινε στον καθέναν την διακριτή του υπόσταση, και τελικά την αναγνώριση των κόπων του, ασχέτως οικονομικών απολαβών.

Σήμερα, δικαιολογημένα ή όχι, νομοτελειακά ή μη, όλα αυτά έχουν εκλείψει. Οι αυθεντίες καταλοιδωρούνται και όλοι είναι ειδήμονες επί παντός επιστητού. Κι έτσι, εκ των πραγμάτων, εξέλιπαν οι προϋποθέσεις εκείνες που έδωσαν την ευκαιρία στον κυρ-Κώστα και σε όσους συνομηλίκους του διέθεταν και το απαραίτητο ηθικό έρμα και τις ικανότητες, να ξεχωρίσουν και να σταθούν πάνω και πέρα από τον "συρμό".

Έτσι λοιπόν… Έφυγε ανεπιστρεπτί ένας ολόκληρος κόσμος, μια ολόκληρη εποχή. Πάντως σίγουρα όχι χωρίς να αφήσει ένα έντονο αποτύπωμα εσαεί  και μια αίσθηση νοσταλγίας για την χαμένη μας αθωότητα.