Κυριακή, 18 Αυγούστου 2019

ev media-logo


«Αναλλοίωτη συνέχεια». Ο Διονύσης Παρούτσας για όλα εκείνα που αλλάζουν μα... όλο τα ίδια μένουν (έντυπη έκδοση)

Η μαθητική παρέλαση για την 25η Μαρτίου, φέτος, ήταν ομολογουμένως η καλύτερη των τελευταίων χρόνων. Τα παιδιά έμπλεα φρονήματος (όχι απαραιτήτως εθνικού), ο κόσμος συμμετείχε χειροκροτώντας, η μπάντα του Δήμου συντονισμένη και άριστα προετοιμασμένη, στην εξέδρα των επισήμων δεν επικρατούσε ο… συνήθης διαγκωνισμός, ο  καιρός ήταν τέλειος με έναν λαμπρό ήλιο κι έναν καταγάλανο ουρανό.19

Την παρακολούθησα από τη συνηθισμένη μου θέση, μπροστά στην πόρτα της Νομαρχίας, προς το περίπτερο. Υποθέτω πως όλοι μας έχουμε μια συνηθισμένη θέση στην παρέλαση κάθε χρόνο, κι είναι ένα μυστήριο πώς η συνήθεια επιβάλλει συγκεκριμένες στάσεις! Κάποια στιγμή η ματιά μου πήγε στο σπίτι του Παπαγιανόπουλου, του οδοντιάτρου, που επί χρόνια προσδιορίζει το σημείο με την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική του, τον κυκλικό του τοίχο και τον χρωματισμό του. Ένα σπίτι από αυτά που οι Αμερικανοί αποκαλούν "λάντμαρκ", χαρακτηριστικό δηλαδή ενός τόπου.

Αν είναι αλήθεια ότι καθημερινά αποβάλλουμε εκατομμύρια νεκρά κύτταρα από την επιδερμίδα μας και αν ο αέρας μπορεί να μεταφέρει τη σκόνη αυτών των κυττάρων τριγύρω, τότε πάνω στους τοίχους αυτού του σπιτιού βρίσκεται αποτυπωμένο το DNA όλων των παιδιών που παρέλασαν ποτέ μπροστά από την Νομαρχία, όλων των θεατών που με περηφάνια παρακολούθησαν την παρέλαση, νιώθοντας τα στήθη τους να φουσκώνουν από συγκίνηση όταν τα βλαστάρια τους, τα παιδιά και τα ανίψια τους, προσπαθώντας να κρατήσουν το ρυθμικό τους βήμα, υιοθετώντας ένα προσωπείο επίπλαστης σοβαρότητας και συμμετέχοντας σε μια αρχέγονη εκδήλωση, σηματοδοτούσαν τη συνέχιση της ελληνικότητας από το σήμερα στο αύριο.

Ήταν συγκινητικό το φιλί ενός πατέρα στο μέτωπο της 15χρονης κόρης του, μια άφατη εκδήλωση στοργής και αγάπης που εμπεριείχε την περηφάνια και την αίσθηση της ολοκλήρωσης. Ένα στιγμιαίο ενσταντανέ που αποτυπώθηκε κι αυτό στους τοίχους του σπιτιού του Παπαγιανόπουλου, μαζί με τους στιγμιαίους θυμούς των γυμναστών για μια παράταιρη γραμμή, για μια παροδική απώλεια του ρυθμικού βήματος, για μια νεανική ανοησία που καταστρέφει την «ιερότητα» της στιγμής, αλλά που ταυτόχρονα είναι άρρηκτα δεμένη με αυτήν.

Τελικά, αυτή η παρέλαση μου δημιούργησε το ίδιο συναίσθημα με αυτό της παρουσίασης του βιβλίου της Νίκης Μπακογεώργου για τα 100 χρόνια ιστορίας του Γυμνασίου-Λυκείου Καρπενησίου που πραγματοποιήθηκε το περασμένο Σάββατο στο Συνεδριακό από το Ίδρυμα Γαζή-Τριανταφυλλόπουλου.

Στο βιβλίο αυτό, μέσα από σπάνιες φωτογραφίες στις οποίες η κ. Μπακογεώργου απόκτησε πρόσβαση με προσωπική έρευνα στα άλμπουμ πολλών οικογενειών, μέσα από τον εντοπισμό και την διεξοδική μελέτη κειμένων που αφορούσαν τη λειτουργία του σχολείου σε όλη αυτή τη χρονική διάρκεια των 100 χρόνων, και μέσα από συνεντεύξεις χτίζεται σιγά – σιγά ολόκληρο το περιρρέον πολιτικό, πολιτισμικό και οικονομικό υπόβαθρο της εποχής και ξυπνά μνήμες από την τρυφερή νεότητα κάθε αναγνώστη.

Καταγράφεται η πορεία ενός Καρπενησιού της περιόδου του μεσοπολέμου που αγωνιζόταν μεν για την επιβίωση αλλά διέθετε παράλληλα και τα δικά του πολιτιστικά χαρακτηριστικά, αναπαρίσταται ο αγώνας που έκαναν οι πρωτοπόροι που θέλησαν να φτιάξουν το νέο διδακτήριο στην συγκεκριμένη θέση αλλά και η τεράστια προσφορά των ξενιτεμένων που διέθεσαν πολλούς από τους απαραίτητους πόρους. Δεν λείπουν όμως και οι αναφορές στον πόλεμο, το κάψιμο της πόλης από τους Γερμανούς, τον Εμφύλιο, την Ανασυγκρότηση, την δροσερή δεκαετία του εξήντα, την χούντα, τη μεταπολίτευση, την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.

Αυτό που όμως είναι συγκλονιστικό είναι οι φωτογραφίες των αποφοίτων στα σκαλιά του σχολείου. Η μόδα αλλάζει, το κούρεμα των αγοριών αυξομειώνεται, όπως και το μήκος της φούστας των κοριτσιών. Οι φωτογραφίες από ασπρόμαυρες γίνονται έγχρωμες. Παραμένει όμως ίδιο το χαμόγελο και η ελπίδα για το μέλλον που περισσεύει. Διακρίνεται διαχρονικά η μείωση της απόστασης ανάμεσα στους μαθητές και τους καθηγητές που σ’ ένα μήνα θα είναι όλοι τους ισότιμα μέλη της ίδιας κοινωνίας. Παραμένουν ίδια τα σκαλιά και το Βελούχι στο υπόβαθρο, τα μεν φθειρόμενα, το δε άφθαρτο, αναλλοίωτο, μόνιμο, διαχρονικό.

Τελικά η πρόοδος, η αλλαγή, το καινό είναι μια επίφαση. Στην ουσία όλα είναι ίδια: το ανθρώπινο σημάδι στη γη είναι ένα γδάρσιμο, ένα ξύσιμο νυχιού πάνω στο μάρμαρο, το αποτύπωμα μιας σταγόνας που εξατμίστηκε. Όλη η Ιστορία, οι μάχες, τα δάκρυα, ο πόνος, οι έρωτες, οι αντιπαλότητες, όλα είναι εφήμερα, και για το Βελούχι δεν διαρκούν παρά μόνο όσο το ανοιγοκλείσιμο των βλεφάρων. 

Το σημερινό σημείωμα, τελικά, μάλλον «γλαύκας εις Αθήνας» κομίζει. Δηλαδή δεν λέει, και τίποτα που να μην έχουν ήδη διαπιστώσει οι άνθρωποι στο πέρασμα των αιώνων. Του λόγου το αληθές αποδεικνύει η λαϊκή μούσα:


“Kαλότυχα είναι τα βουνά καλότυχοι είν’ οι κάμποι

που θάνατο δεν καρτερούν και Χάρο δεν παντέχουν

μόν’ καρτερούν την άνοιξη, το Μάη, το καλοκαίρι

να λουλουδίσουν τα βουνά να λιώσουνε τα χιόνια”