Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2019

ev media-logo


«Γλυκύτατον φώνημα». Ο Διονύσης Παρούτσας, το ταξίδι στη Λιθουανία και η επίδραση της λέξης «Έλληνας»

Τα τελευταία 4 χρόνια, μέσω των προγραμμάτων Εράσμους για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, τον συντονισμό των οποίων κατόρθωσα να πετύχω, μου δόθηκε η δυνατότητα να ταξιδέψω αρκετές φορές στο εξωτερικό. Ήταν μια πολύ μεγάλη ευκαιρία να διαπιστώσω ιδίοις όμμασιν ποια είναι η αντίληψη των άλλων για τους Έλληνες, να αποδομήσω στερεότυπα που είχα ο ίδιος για τους άλλους λαούς, γενικά να διευρύνω τους ορίζοντές μου τους οποίους –κακά τα ψέματα– οι ορεινοί όγκοι της Καλλιακούδας και του Βελουχιού περιορίζουν δραματικά – εκτός κι αν τους ξεπεράσει κανείς κι ανέβει στην κορφή τους, κυριολεκτικά και μεταφορικά. 857

Η βασικότερη διαπίστωση απ’ όλες, δεν ήταν δα και καμιά σπουδαία αποκάλυψη. Δεν ξέρω αν θυμάστε την παλιά ταινία «Ο Φανούρης και το σόι του» με τον Μίμη Φωτόπουλο, όπου ο Φανούρης προσπαθεί να παντρέψει την αδερφή του Κατίνα με τον άπληστο «έμπορο» Σόλωνα. Στο τέλος εκείνη παντρεύεται τον παιδικό της φίλο τον Βαγγέλη, έναν κοσμογυρισμένο και εργατικό ναυτικό. Όταν ο Βαγγέλης απαντάει στην αδερφή  της Κατίνας για το τι έμαθε από τα ταξίδια του, της λέει: «Τι να σου πω μωρέ Δήμητρα. Ούτε ξανθιές ούτε μελαχρινές γοργόνες υπάρχουν. Θάλασσες μόνο και στεριές. Και οι θάλασσες έχουν ψάρια κι οι στεριές ανθρώπους. Κι όλοι ο άνθρωποι, σε όλον τον κόσμο ίδιοι είναι. Κι όλοι τις ίδιες στενοχώριες έχουν. Και τις ίδιες χαρές».

Έτσι είναι. Όμως, αυτή τη φορά στη Λιθουανία, η εμπειρία που είχαμε ήταν συγκινητικότατη. Μια εμπειρία που μας έκανε όλους να αισθανθούμε λίγο παραπάνω περήφανοι για την καταγωγή μας, για τον πολιτισμό μας, για την επίδραση που έχει η λέξη «Έλληνας» στους ανθρώπους.

Η Λιθουανία είναι μια μικρή χώρα τριών μόλις εκατομμυρίων κατοίκων. Μια χώρα στη Βόρεια Ευρώπη, στριμωγμένη πάνω από την Πολωνία και κάτω από τη Ρωσία, με ιστορία γεμάτη πολέμους και ξένες κατοχές, καταπράσινη, με δάση που ξεφυτρώνουν στη μέση του κάμπου και το ψηλότερο βουνό της να μην ξεπερνάει τα 200 μέτρα. Ατέλειωτος κάμπος στολισμένος με κατακίτρινα χαλιά από ανθισμένα λουλούδια την Άνοιξη, παγωμένες εκτάσεις τον χειμώνα. Μια μέρα που διαρκεί σχεδόν δεκαεννιά ώρες το καλοκαίρι, κι αντίστοιχα μια πολύ μεγάλη νύχτα το χειμώνα. Δρόμοι άδειοι μετά τις οχτώ το βράδυ στη μικρή πόλη που επισκεφθήκαμε, νοοτροπία βορειοευρωπαϊκή, σπίτι-δουλειά και φτου κι απ’ την αρχή την επόμενη μέρα. Μια χώρα που είδε τους κατώτατους μισθούς να εκτινάσσονται τα τελευταία δύο χρόνια από τα 400 στα 600 ευρώ, ενώ αντίστοιχα σε μας παρέμειναν καθηλωμένοι κοντά στα 650. Φιλόξενοι, αισιόδοξοι άνθρωποι. Μια χώρα που συνέρχεται από τη ρωσική κατοχή και τις δυσλειτουργίες του σοβιετικού καθεστώτος.

Μια χώρα που δεν απασχολεί τα ΜΜΕ παγκοσμίως, διαγράφει τη δική της πορεία στην Ευρωπαϊκή Ένωση αθόρυβα, με προβλήματα στο χώρο της Υγείας, στις μεταφορές, στα δίκτυα. Μια χώρα, όμως, που ξοδεύει γενναιόδωρα για την Παιδεία.

Σχολεία με τεράστιες αίθουσες, ολόκληρα δάση για αυλές, εστιατόρια όπου τα παιδιά μπορούν να φάνε με 2 ευρώ, και όσα δεν έχουν τη δυνατότητα αυτή επιδοτούνται. Ειδικά Σχολεία ξεχωριστά, με υποδομές που φέρνουν τη χώρα στις πρώτες θέσεις παγκοσμίως. Και μιλάμε για 3 εκατομμύρια κατοίκους μόνο!

Κι εδώ μπαίνει στο κάδρο και ο ελληνισμός.

Επισκεπτόμασταν το Ειδικό Σχολείο της πόλης, βλέπαμε τους χώρους, συζητούσαμε για τα προβλήματα, την έλλειψη χρημάτων για θέρμανση, για τις μικροπολιτικές και τις αδικίες που παρατηρούνται στην επιλογή στελεχών, πράγματα δηλαδή που γίνονται παντού σε όλη την Ευρώπη, από την Ιταλία και τη Γαλλία μέχρι τη Λιθουανία και την Ελλάδα.

Και ξαφνικά εμφανίζεται μια νεαρή δημοσιογράφος της τοπικής εφημερίδας για να πάρει συνέντευξη από τους «ξένους». Χρησιμοποιώντας τα αγγλικά μίλησε με τους διάφορους υπεύθυνους και στο τέλος ρώτησε πού είναι οι Έλληνες. Μας πλησίασε και μας απευθύνθηκε με καθαρή προφορά: «Καλημέρα σας!».

«Ω, φίλτατον φώνημα!», που είπε κι ο Φιλοκτήτης όταν άκουσε ελληνικά μετά από χρόνια στην εξορία του στη Λήμνο! Με μεγάλη έκπληξη τη ρωτήσαμε από πού γνωρίζει τη γλώσσα μας. Υποθέσαμε πως είτε είχε έρθει εδώ για σπουδές ή διακοπές, είτε καταγόταν από κάποια ελληνική οικογένεια, από αυτές που μετά τον εμφύλιο διασκορπίστηκαν στα πέρατα του πάλαι ποτέ κραταιού «σιδηρού παραπετάσματος». Μιλώντας άπταιστα τα Ελληνικά, μας εξήγησε πως τίποτε από αυτά δεν ίσχυε. Απλά παρακολούθησε μαθήματα στο Πανεπιστήμιο, στην έδρα των κλασσικών σπουδών και ήταν πολύ περήφανη γι’ αυτό.

Μάλιστα! Σε μια χώρα που βρίσκεται στις εσχατιές της Ευρώπης, οι νέοι ενδιαφέρονται και σπουδάζουν Νέα Ελληνικά! Όχι αρχαία, που θα ήταν κάτι φυσιολογικό για τους φοιτητές των κλασσικών σπουδών… Θεωρούν ότι η ελληνική στάση απέναντι στη ζωή, η αισιοδοξία, ο λαμπρός μεσογειακός ήλιος, η δημοκρατία, η φιλοξενία, ο ανθρωπισμός είναι γεννήματα αυτής της χώρας και θέλουν να τα απομυζήσουν, να τα οικειοποιηθούν με κάθε τρόπο, ακόμα και μέσω της γλώσσας. Είναι όνειρό τους να επισκεφθούν την Ακρόπολη και να ερευνήσουν για ποιους λόγους αυτός ο λαός έχει τέτοια πολιτισμική παρουσία ανέκαθεν στην Ιστορία.

Πώς να μην αισθανθούμε περήφανοι, που δώσαμε τη συνέντευξη στα Ελληνικά, πώς να μην κομπάσουμε όταν ο Δήμαρχος καμάρωνε για την επιστολή που έλαβε από τον Σουλιώτη;

Προσοχή όμως… Αυτό δε μας κάνει καλύτερους από κείνους ούτε από κανέναν άλλο… Μας προσδίδει απλά μια θετική ιδιότητα την οποία χρειάζεται κόπος και αγώνας για να την υπερασπιστούμε. Διότι η κρίση της περασμένης δεκαετίας μας έδειξε με τον καλύτερο τρόπο ότι και τα αρνητικά στερεότυπα εγκαθίστανται πολύ εύκολα. Δεν πάνε δα και πολλά χρόνια που για όλον τον κόσμο ήμασταν οι «τεμπέληδες» και οι «χαραμοφάηδες».

Στη νέα εποχή που ανατέλλει για τη χώρα μας, χρέος έχουμε όλοι να αναδείξουμε μόνο τα θετικά μας χαρακτηριστικά. Και μέσα σ’ αυτά, ιερή υποχρέωση είναι η προστασία της Γλώσσας, να τη διδάξουμε και να τη μιλήσουμε σωστά, γιατί αυτή είναι το όχημα επιβίωσης της ελληνικότητας στον πολυπολιτισμικό αχταρμά που επίκειται. Η νεαρή Λιθουανή δημοσιογράφος το απέδειξε με τον καλύτερο τρόπο.