Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2020

ev media-logomenoume-asfaleis

Η μάχη και τα γεγονότα που οδήγησαν στην απελευθέρωση του Καρπενησίου, πριν από 199 χρόνια - Ιστορική αναδρομή

Στις 4 Ιουνίου 1821, πριν από 199 χρόνια, ξεκινούσε η πολιορκία για την απελευθέρωση του Καρπενησίου, που θα ολοκληρώνονταν στις 7 Ιουλίου. Ο Ευρυτάνας καθηγητής, κ. Αθανάσιος Λ. Γιαννακόπουλος, σε απόσπασμα από το βιβλίο του με τίτλο «Στα Αχνάρια των Γιολδασαίων», αναφέρει τα εξής σχετικά με τη μάχη για την απελευθέρωση του Καρπενησίου:karpenisi-maxi-1821

"Οι Γιολδασαίοι συμφώνησαν με το Γιάννη Μπράσκα, καπετάνιο του Σοβολάκου και στις 4 Ιουνίου 1821 ανταμώθηκαν στο Καρπενήσι. Ξεχωριστή στρατηγική σημασία για την Κεντρική Ρούμελη και την εξέλιξη της επανάστασης είχε το Καρπενήσι.  Οι Τούρκοι όμως το κρατούσαν γερά. Για τη στήριξη τους είχαν οργανώσει  και στρατόπεδο στο Μαυρίλο (στην ανατολική πλαγιά του Βελουχιού, υψ 900 μ), εξασφαλίζοντας από εκεί την επικοινωνία τους με τον κάμπο της Φθιώτιδας και τη Λαμία. Ο δρόμος που ακολοθούσαν φαίνεται ότι ήταν Καρπενήσι-Αγιοι Απόστολοι-Μαυρίλο-και από εκεί μέσω Μερκάδας  με το κάμπο της Λαμίας. Τότε το Καρπενήσι, είχε όλες κι όλες 240 οικογένειες από τις οποίες οι 70 ήταν τούρκικες. Οι τούρκικες οικογένειες κλείστηκαν στα σπίτια. Άρχισε η πολιορκία ,ενώ οι Έλληνες δεν είχαν ούτε ένα κανόνι. Ο τρόπος της πολιορκίας ως μέσο ελευθέρωσης των πόλεων ή σημαντικών κέντρων εκείνη την εποχή ήταν πολύ γνωστός. Εφαρμόστηκε στη Τριπολιτσά, στη Λειβαδιά, στο Βραχώρι κτλ.

Ενώ βάσταγε η πολιορκία ,κάποιος αγωνιστής σοφίστηκε ότι θα μπορούσε να αντικαταστήσει το μέταλλο με ξύλο. Σκέφτηκαν λοιπόν να κάνουν ξύλινο κανόνι. Έκοψαν ένα κορμό αγραπιδιάς ,τον έσχισαν στα δύο και τον έσκαψαν μέσα, όπως τα «κανάλια» εκτός από το κάτω μέρος. Από άλλους (ιστορικούς ή πηγές), το ξύλινο κανόνι αναφέρεται  ότι χρησιμοποιήθηκε στη Μάχη της Καλιακούδας και όχι στη πολιορκία του Καρπενησίου.

Πήραν κατόπιν τα δύο κομμάτια και τα ένωσαν όπως ήταν προτού τα σχίσουν ,σφίχνοντάς τα με σιδερένια δακτυλίδια (στεφάνια). Σίγουροι για το «βρετίκι» της το έστησαν να χτυπήσουν ένα από τα οχυρωμένα σπίτια. Με την πρώτη βολή ,πήρε φωτιά και κάηκε ,το ξύλινο κανόνι τους. Οι Τούρκοι ταμπουρώθηκαν στα πιο οχυρωμένα από τα σπίτια τους, ζητώντας τη βοήθεια του Χουρσίτ πασά, που έστειλε  από την Ήπειρο το Βελήμπεη με 500 Τουρκαρβανίτες. Όταν το πληροφορήθηκαν οι καπετανέοι απέσυραν ένα τμήμα από τους πολιορκητές του Καρπενησίου κι έσπευσαν να φράξουν το δρόμο του στα Καγκέλια (υψ. 1.750 μ.) του Βελουχιού. Στις 19 Ιουνίου το τμήμα των Ελλήνων, που συγκρούσθηκε με τους Τουρκαλβανούς, υποχώρησε και έτσι ο Βελήμπεης κατηφόρισε προς το Καρπενήσι. (Στα Καγκέλια σκοτώθηκε ο Κατσικογιάννης, διαλεχτό παλικάρι κι οπλαρχηγός, που συμμετείχε επίσης στην πολιορκία). Οι Τούρκοι, βρίσκοντας την πόλη απροστάτευτη, βγήκαν στους δρόμους (20 Ιουνίου), λεηλάτησαν και έκαψαν τα σπίτια των ντόπιων, (που τα είχαν εγκαταλείψει φεύγοντας στα γύρω χωριά). Πυρπόλησαν ακόμα, 4 εκκλησίες (Αγ. Παρασκευή, Παναγία, Αγ. Νικόλαος και Αγία Τριάδα, που επειδή ήταν λιθόκτιστη και δεν καίγονταν την γκρέμισαν). Βλέποντας όμως, ότι δεν μπορούσαν να κρατήσουν την πόλη, έκαναν ένα γιουρούσι και στα χωριά της Ποταμιάς (20-21η  Ιουνίου), καίγοντας μερικά σπίτια στο Βουτύρο, Κορυσχάδες, Γοργιανάδες, καθώς και τα δύο μοναστήρια των Κουμασιών και της Μεσαμπελιάς.

Παράλληλα, προσπάθησαν να κυνηγήσουν τους Έλληνες πολεμιστές που είχαν συγκεντρωθεί στον Άγιο Ανδρέα. Οι μάχες γύρω από το Καρπενήσι ήταν σκληρές και οι Έλληνες, σχεδόν άοπλοι, χρησιμοποίησαν κάθε λογής αντικείμενο για πολεμικό όπλο. Οι Γιολντασαίοι και οι  Μπρασκαίοι που ήταν στον Άγιο Αντρέα, μαθαίνουν πως οι Τούρκοι πάνε προς τα εκεί. Πιάνουν μια οχυρή θέση στο χωριό Μπιάρα, πολεμάνε γενναία και σκορπάνε τους Τούρκους. Πέφτουν μετά στα Καγκέλια Βελουχιού ,τους βαράνε και τους διώχνουν. Νύχτα οι Τούρκοι πήραν τους κατσικόδρομους και φύγανε για την Ήπειρο. Συγκεκριμένα, τη νύχτα της 7ης Ιουλίου, οι Τούρκοι της πόλης την εγκατέλειψαν από τη χαράδρα του "Συμπεθερικού", με τις οικογένειες τους (και αρκετά από τα υπάρχοντα τους) και με τη συνοδεία αποσπάσματος Τουρκαρβανιτών, έφυγαν προς τα Τρίκαλα.

Μετά την απελευθέρωση  του Καρπενησίου, απελευθερώθηκε και όλη η περιοχή των Αγράφων. Μόνο στη Ρεντίνα έμειναν  οι Τούρκοι. Κι από το αρματωλίκι της Υπάτης όλα τα χωριά ήταν ελεύθερα, εκτός από την ίδια την Υπάτη.
Ο  Επ. Φραγκίστας, γιός του οπλαρχηγού της Επανάστασης Ι. Φραγκίστα, περιγράφει στην «Ελληνική  Ιστορία» έκδ.1886, την πολιορκίαν του Καρπενησίου, ως παρακάτω:

Μετά την επανάστασιν του Μεσολογγίου καταρχάς του Ιουνίου επανεστάτησαν τα Άγραφα υπό τον Καραϊσκάκη και κατόπιν το Καρπενήσιον υπό τους Γιολδασαίους ,τον Ιωάννην Βράσκαν, Κατσικογιάννην κτλ.Οι Τούρκοι κατέφυγον εις τα φρούρια και τους πύργους προς σωτηρίαν των. Οι Έλληνες ελείψει ορειχαλκίνων τηλεβόλων κατεσκεύασαν ξύλινα τοιάυτα εκ κορμών υπερμεγέθων δένδρων (δρυών), και, περιβάλοντες ταύτα με σιδηρούς στεφάνους ,επυροβόλουν κατά των πολεμίων ,πληρούντες ταύτα μετά πυρίτιδος και βαριδίων, (σφαρίων εξ ορειχάλκου, ικανού βάρους) των στατήρων της πόλεως ,και διάυτών προυξένουν μεγάλην φθοράν εις τους εχθρούς,οι δε πύργοι ήρξαντο κατακρημνιζόμενοι. Διαρκούσης της μάχης οι πολιορκούμενοι κατειρωνεύοντο τους Ελληνας ,φωνάζοντες: αλλοίμονον εις σας ,ορέ ραγιάδες ,με ταις γκορτσιαίς θέλτε να πολεμήσετε το σουλτάν Μαχμούτ΄ φίδια που σας έφαγαν. Εις τας φωνάς δε ταύτας οι Ελληνες ανταπεκρίνοντο δια των ξυλίνων πυροβόλων, ανανεουμένω εκάστοτε ,διότι ,ως τοιαύτα, δεν ηδύναντο να αντισταθώσιν επί πολύ.

Ο Σπ.Τρικούπης στην «Ιστορία της Ελλ.Επανάστσης», εκδ.1860, αναφέρει σχετικά:

Την τρίτην ημέραν αφ' ης οι Ελληνες εκτύπησαν τους εν Βραχωρίω Τούρκους,οι Γιολδασαίοι και ο οπλρχηγός του Σοβολάκου Γιάννης Μπράσκας εστράτευσαν  επί τους εν Καρπενσίω Τούρκους. Ούτοι, ως 70 οικογένειαι ,εκλείσθησαν εντός των δυνατοτέρων οικιών της κωμοπόλεως και ανθίσταντο γεναίως ,ειδοποιήσαντες κρυφίως το εν Ιωαννίνοις στρατόπεδον  περί της καταστασεώς των.

Ο Δ.Κόκινος, επίσης στην «Ελληνική Επανάσταση» βιβλίο του αναφέρει: Ταυτοχρόνως εξεκαθαρίζετο από τους Τούρκους και η Ευρυτανία. Οι Γιολδασαίροι και ο Γιάννης Μπράσκας του Σωβολάκου επετέθησαν κατά των Τούρκων του Καρπενησίου την 4ην Ιουνίου. Εκεί συγκατοικούσαν Τούρκοι και Έλληνες. Αι οικογένειαι των πρώτων ανήρχοντο εις εβδομήντα και των δευτέρων εις εκατόν δέκα.

Οι Τούρκοι αντιληφθέντες την επιδρομήν των επαναστατών εκλείσθησαν εις τα ισχυρότερα σπίτια του Καρπενησίου και αμέσως έστειλαν αγγελιαφόρους εις τον Χουρσίτ δια να του ζητήσουν βοήθειαν εκείνος δε έσπευσε ν’ αποστείλη τον Βελήμπεην από την Πρεμετήν με ικανήν δύναμιν. Εν τω μεταξύ οι Τούρκοι του Καρπενησίου κατώρθωναν ν’ ανθίστανται. Ένα κανόνα θα ετελείωνε την υπόθεσιν και οι Έλληνες εσκέφθησαν ν’ αναπληρώσουν αυτήν την έλλειψιν με επινόησιν πρωτογόνου πυροβόλου.  Έκοψαν κορμόν αγριαπιδιάς, τον έσκαψαν εσωτερικώς και προσεπάθησαν να τον μεταχειρισθούν ως κανόνι με γέμισμα από διάφορα βλήματα, αλλά το αποτέλεσμα της αφελούς αυτής προσπαθείας υπήρξε κωμικόν. Το ξύλινον αυτό κανόνι κατεκάη με την πρώτην βολήν.

Την 19ην Ιουνίου ανηγγέλθη έξαφνα εις το ελληνικόν στρατόπεδον ότι κατέφθανεν ο Βελήμπεης με στρατόν. Οι Γιολδασαίοι άφησαν το ήμισυ της δυνάμεως εις το Καρπενήσι και με τους άλλους έσπευσαν να καταλάβουν τα Καγγέλια, ορεινάς θέσεις δύο ώρας μακράν της κωμοπόλεως. Ο Βελήμπεης έφθασε και αφού κατώρθωσε να εκδιώξη εκείθεν τους Έλληνας, επροχώρησεν εις το Καρπενήσι, απεδίωξε και από εκεί τους πολιορκούντας και ήρχισε να καίη τα ελληνικά σπίτια, από τα οποία μόλις επρόφθαναν να φύγουν δια νυκτός οι κάτοικοι. Οι οπλαρχηγοί, οι οπλίται των και ο πληθυσμός της πόλεως του Καρπενησίου συνεκεντρώθησαν μετά τούτο εις τον Άγ. Ανδρέαν. Αλλ’ εκεί επληροφορήθησαν ότι οι Τούρκοι του Καρπενησίου εξήλθαν εις καταδίωξίν των και οι οπλαρχηγοί έσπευσαν αμέσως να καταλάβουν την επί της οδού του Καρπενησίου Μπιάραν, όπου καλυπτόμενοι, ημπορούσαν να επιτεθούν κατά των αναμενομένων να περάσουν εκείθεν ανυπόπτων Τούρκων. Ο Βελήμπεης έφθασε πράγματι μετ’ ολίγον εκεί. Η ενέδρα ήτο καλή. Οι Τούρκοι εκτυπήθησαν, κατεκόπησαν και διεσκορπίσθησαν.

Για τη μάχη Μπιάρας ή Μιάρας, ο Αν. Ιατρίδης, γράφει: «Ταύτα ουν οι βάρβαροι εν τη κωμοπόλει Καρπενησίω ποιήσαντες ή μάλλον ειπείν θράσους και μανίας πλησθέντες  εφώρμησαν ακράτως και τος πέριξ χωρίοις (..) αυτίκα γαρ μεταβάντες εκ Πολιτοχωρίων  ώρμησαν κατά των δύο χωρίων Μιάρας και Αγίου Ανδρέου  όπου ην το ημέτερον στρατόπεδον , αλλ’ εψεύσθησαν  οι μάταιοι των ελπίδων, διότι μάχης κρατεράς αυτόθι συγκροτηθείσης ,τη πρεσβεία του βαπτιστού και αποστόλου Ανδρέου, επικρατήσαντες οι ημέτεροι, τριάκοντα εξ αυτών φονευθείναι πλείστους δε τρωθήναι εποίησαν και καταστρέψαντες αυτούς άχρι του ποταμού ,ούτοι μεν χαίροντες  και δόξαν αναπέμποντες εις το αυτών επανήλθον στρατόπεδον (..) και ούτως εξωστρακίσθη τέλεον εκ της επαρχίας ταύτης το βάρβαρον αυτό και φιλοτύραννον έθνος».

Σχόλιο. Ο Κωστής Χειμάρας, καθηγητής στο Γυμνάσιο Αρρένων Αγρινίου που περιέσωσε το ανωτέρω χρονικό  στο περιοδικό «Χωριάτικοι Αντίλαλοι» το 1985, σημειώνει: “Βεβαιωμένο γεγονός δηλ. το πως τσακίστηκαν στη Δυτική Στερεά Ελλάδα οι Τούρκοι”. ‘Όμως ο Ιατρίδης, ο καλούμενος από μερικούς ιστορικούς γραμματέας του Γιαννάκη Γιολδάση” δεν αναφέρει λέξη για τους Γιολδασαίους και την συμβολή τους στη μάχη. Ο παμπόνηρος από  την Κεφαλονιά Ιατρίδης εκμεταλλεύτηκε τη δύναμη των Γιολδασαίων στην ευρύτερη περιοχή πλούτισε στο Καρπενήσι, αλλά  από φθόνο προς τους στρατιωτικούς δεν άφησε κάποια γραπτή μαρτυρία  για τη βιογραφία τους. Μετά την απελευθέρωση, ήταν και πολιτικά αντίπαλος στις εκλογές των Γιολδασαίων, ως γνήσιος αντιπρόσωπος του Μαυροκορδάτου και του Μεταξά.

Αμέσως μετά τούτο οι Τούρκοι του Καρπενησίου, μη θεωρούντες εαυτούς ασφαλείς πλέον εις τον τόπον των, έφυγαν δια νυκτός προς την Ήπειρον δια των ορεινών οδών. Η Ευρυτανία είχε πλέον απαλλαγή εντελώς από τους Τούρκους.

Επίσης ο Α. Ιατρίδης, ο εκ Καρπενησίου, δίνει συγκλονιστικές λεπτομέρειες από την πολιορκία και τις καταστροφές που έπαθε το Καρπενήσι και τα γύρω χωριά. Γράφει: Κατά το 1821 έτος σωτήριον της Β Ίουνίου  εν ημέρα Πέμπτη επολιορκήθηκαν και εν Καρπενησίω Αγαρηνοί…υπό των εγχωρίων  ημετέρων στρατηγών ,τουτέστιν τον καπετάν Γιαννάκη Γιολδάση, το τότε Αραπογιάννη Συκά και τον Γιάννην Μπράσκα και κοινώς υπό πάντων των επαρχιωτών χριστιανών και πολλών άλλων πλησιοχώρων οίον Κραβαριτών ,βαλτινών και ετέρων επί βοηθεία δήθεν συνελθόντων, τω όντι δε πολλών κακών και αρπαγών αιτίων αποδειχθέντων ων κορυφαίοι και πρωταίτιοι ο επί κακία Κωνσταντίνος ο την επίκλησιν Γεωργούσης ,ανήρ θρασύς μεν εν καιρώ ειρήνης, ο  εξ Αγίου Βλασίου και μαζί του  ο αδελφός του Σκυλοδήμου ο Σπύρος…

Συνεχίζοντας αναφέρει ότι ο πόλεμος κρατούσε 8-10 ημέρες χωρίς αποτέλεσμα γιατί μερικοί πολιορκητές ασχολούνταν μόνο με τη λαφυρογωγία. Όταν έφτασε η τουρκική ενίσχυση  οι Έλληνες εγκατέλειψαν τα σπίτια και τους πύργους τους, άφησαν την πόλη χωρίς στρατό και όπλα και έπιασαν θέση στου Σκορδά τη Βρύση  και στη Χελιδόνα. Έμεναν μόνος ο Γιαν. Γιολδάσης, ο Αθαν. και Κων. Τζάτζου, ο Κων. Ιατρίδης εκ Κωσμοπολιτών και ο Δημήτριος εκ Προυσού γιός του Παπαγεώργη και τολμήσαντες αποκλείστηκαν ο μεν Γιολδάσης στον παλιό Πύργο Δημητράκη οι δε άλλοι στα σπίτια τους. Αλλά την τρίτην ώραν της Δευτέρας 20 Ιουνίου εφυγε και αυτός κι έβαλε φωτιά σε πολλά σπίτια ,τάχα να μην πάρουν το περιεχομενό τους οι Τούρκοι. Η πόλη έμεινε αβοήθητη και απροστάτευτη. Και τότε οι Τούρκοι βγήκαν στους δρόμους, μπήκαν στα σπίτια τα λεηλάτησαν και τα έκαψαν. Πυρπόλησαν κατά την μαρτυρίαν αυτή 4 ναούς. Της Αγ. Παρασκευής, της Γεννήσεως της Παναγίας, του Αγ Νικολάου και τον παντί περικαλλή της Αγίας Τριάδος που ήταν λιθόκτιστος και δεν καιόνταν αλλά τον γκρέμισαν.ερεύνησαν επίσης και βρήκαν τα κρυμμένα πολύτιμα ιερά σκεύη. Έκαψαν επίσης τα χωρία Βουτύρο, Κορυσχάδες, Γοργιανάδες, και τα δύο μοναστήρια των Κουμασιών και της Μεσαμπελιάς (Βλ Νέος, ελληνομνήμων).

Σημειώνεται, ότι ο Ιατρίδης δεν είναι ακριβής στην περιγραφή. Περιγράφει γεγονότα που άλλοι ιστορικοί δεν αναφέρουν. Ακόμη, ό ίδιος δεν ήταν Καρπενησιώτης, αλλά ήρθε από την Κεφαλονιά, ασχολήθηκε με το εμπόριο και τον πλουτισμό. Αν και ήταν για κάποιο διάστημα γραμματικός του Γιολδάση δεν άφησε ολοκληρωμένο κείμενο-απομνημονεύματα.Και είναι ο μόνος από τους Γραμματικούς των καπεταναίων. Δεν μπορεί κατά τον τύπο της εποχής να συγκριθεί με τους Ευρυτάνες. Ίσως, η αντιπάθειά του  προς τους ντόπιους οπλαρχηγούς  που τηρούσαν ουδέτερη στάση κυρίως προς τον Μαυροκορδάτο και ήταν φίλοι με το συγγενή τους Καραϊσκάκη τον οδηγεί και στο παραπάνω κείμενο-περιγραφή".

πηγή