Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2020

ev media-logo


Το παράδοξο της ταυτότητας και η Πύλη του Γυμνασίου. Το επίκαιρο άρθρο του Δ. Παρούτσα, από την έντυπη έκδοση

άρθρο από την έντυπη έκδοση

Πολύς ο λόγος τις τελευταίες μέρες για την υπό ανέγερση εξωτερική πύλη του κτιρίου του 1ου Γυμνασίου – Λυκείου που βρίσκεται σε εξέλιξη αυτή την περίοδο. Ξεκινώντας από μια διαδικτυακή ανάρτηση του Δημήτρη Ευαγγελοδήμου, του δημοσιογράφου, πολλοί συμπολίτες μας θεώρησαν την παρέμβαση αντιαισθητική και μη αρμόζουσα προς την συνολικότερη παραδοσιακή αρχιτεκτονική του κτηρίου και ξιφούλκησαν κατά παντός υπευθύνου, με αποτέλεσμα μάλιστα να προκύψει και ειδική συνεδρίαση υπό τον Αντιπεριφερειάρχη, καθώς και μια συλλογή ηλεκτρονικών υπογραφών.905

Σημαίνουσες προσωπικότητες της πόλης μας, μεταξύ των οποίων ο Σπύρος Τσιούρης, η Μαρία Παπαϊωάννου, η μηχανικός (και Πρόεδρος του Συλλόγου Καρπενησιωτών στην Αθήνα, ο οποίος μάλιστα και πήρε επίσημη θέση υπέρ της αναθεώρησης της κατασκευής), ο Στέλιος Κοντοκώστας, ο Θανάσης Καραγιαννόπουλος, ο Άρης Υφαντίδης, ο Βαγγέλης Καρφής και αρκετοί ακόμη που έχουν την αγωνία και την ευαισθησία για κάθε τι που γίνεται στην ψυχορραγούσα πόλη μας, έγραψαν και υποστήριξαν ότι το έργο πρέπει να σταματήσει.

Μόνο ο Θανάσης Γαλανός τόλμησε να υπερασπιστεί κάπως τον αρχιτέκτονα και τις επιλογές του, αλλά δεν του δόθηκε και πολύς χώρος να εκφραστεί, καθώς η συναισθηματική φόρτιση των υπόλοιπων ήταν έντονη. Αντιπαρέρχομαι φυσικά σχόλια του τύπου «Αυτό είναι το ανθελληνικό σχέδιο των σιωνιστών: Εξαφάνιση ελληνικού πολιτισμού και ελληνικής παράδοσης» που εμφανίστηκαν μεταξύ άλλων. Αν ο ελληνικός πολιτισμός εξαρτάται από την πόρτα του Γυμνασίου Καρπενησίου, τότε μάλλον καλά θα κάνει να εξαφανιστεί!

Κατανοώ την αντίδραση αλλά δεν βλέπω την αιτία. Πραγματικά.

Τα κτήρια και οι κατασκευές ανέκαθεν εκφράζουν τις κοινωνίες που τα δημιουργούν και τα χρησιμοποιούν. Η αισθητική τους και η μορφή τους αντικατοπτρίζουν τις κοινωνικές συνθήκες, τα διαθέσιμα υλικά και τους πόρους. Κάθε γενιά βάζει το δικό της λιθαράκι σ’ αυτό.

Απτό παράδειγμα στην πόλη μας τα κτήρια της Πειραϊκής Πατραϊκής, της Τράπεζας Πειραιώς (πάλαι ποτέ Αγροτικής) αλλά και της Εθνικής Τράπεζας. Και τα τρία, όταν ανεγέρθησαν, (την δεκαετία του 1970) έλαβαν υπόψη τη χρηστικότητα και τη «βιομηχανική» αισθητική της εποχής τους. Έμοιαζαν τότε παράταιρα, με τις γωνίες τους και το ύψος τους, όμως σήμερα θεωρούνται εμβληματικά.

Βλέπετε είναι η πατίνα του χρόνου που εξαγνίζει και καθαγιάζει τα πάντα. Είναι οι αναμνήσεις μας. Είναι οι έρωτές μας και τα βιώματα της εφηβείας μας που κάνουν το κτήριο του Γυμνασίου «δικό» μας και οποιαδήποτε προσθήκη, μοντέρνα, καινοτόμα, ή έστω χρηστική θεωρείται έγκλημα καθοσιώσεως. Τα σκαλιά της εισόδου που αλλάζει σήμερα, είναι «δικά μας», προσωπικά, διότι εκεί φωτογραφηθήκαμε όλοι στην τελευταία τάξη του Λυκείου. Κι οποιαδήποτε παρέμβαση μας θυμώνει γιατί είναι παρέμβαση στα νιάτα μας.

Όμως κανείς δεν αμφιβάλλει ότι τα σκαλιά εκείνα εξεμέτρησαν το ζην. Είχαν διαλυθεί, είχαν φθαρεί, ήταν επικίνδυνα. Έπρεπε να γίνουν καινούρια σκαλιά και καινούρια πόρτα. Κι επειδή έπρεπε να γίνουν, φυσικά θα κατασκευαζόταν με την αισθητική του  σήμερα, η οποία το δίχως άλλο δεν «ταιριάζει» με εκείνη του χθες. Το κτήριο είναι ζωντανός οργανισμός, τα κύτταρά του αναπλάθονται διαρκώς, ακριβώς όπως των ανθρώπων.

Όλο το θέμα, είναι ζήτημα ταυτότητας, που θυμίζει το παράδοξο του πλοίου του Θησέα. Σύμφωνα με τον μύθο, όταν ο Θησέας πήγε στην Κρήτη και έσωσε τους δεκατέσσερις νέους σκοτώνοντας τον Μινώταυρο, οι Αθηναίοι για να τον τιμήσουν αποφάσισαν να διατηρήσουν, τιμής ένεκεν, για πάντα το πλοίο που τους μετέφερε. Το άραξαν στο λιμάνι και κάθε φορά που ένα εξάρτημά του σάπιζε, το αντικαθιστούσαν με ένα καινούριο. Τελικά, μετά από 50 χρόνια, όλα τα εξαρτήματα, όλες οι βίδες και όλα τα ξύλα είχαν αντικατασταθεί. Δημιουργείται έτσι το εξής ερώτημα: «το πλοίο που βρισκόταν στο λιμάνι, ήταν το ίδιο πλοίο που μετέφερε τον Θησέα στην Αθήνα»;

Κάποιος μπορεί να απαντήσει πως «Nαι, είναι» γιατί ενώ κανένα από τα αρχικά κομμάτια δεν υπάρχει πια, η μετάβαση έγινε σταδιακά. Αν όμως αντικαθιστούσαμε πρώτα το μισό και έπειτα το άλλο μισό; Κάποιος θα μπορούσε να πει πως το πλοίο δεν είναι το θρυλικό πλοίο του Θησέα, αφού ο Θησέας δεν πάτησε ποτέ το πόδι του σ’ αυτό. Πότε όμως συνέβη η αλλαγή; Αρκεί η αντικατάσταση μίας σανίδας για να χάσει το πλοίο την ιδιότητα να είναι το πλοίο του Θησέα;

Το ανθρώπινο μυαλό έχει εξελιχθεί για να αντιμετωπίζει το απόλυτο και όχι τα ασαφή όρια της πραγματικότητας. Ίσως το πλοίο να είναι το πλοίο του Θησέα αν ο κόσμος πιστεύει πως είναι. Η ταυτότητά μας ίσως να είναι ένα στιγμιότυπο, το ίδιο εφήμερη με τις προηγούμενες και τις επόμενες. Ίσως το μόνο που μένει σταθερό στη ζωή μας να είναι πως τα πάντα αλλάζουν.

Υπ’ αυτό το πρίσμα, κακώς επικαλούνται οι αντιδρώντες την ιστορικότητα του κτηρίου. Το σημερινό κτήριο δεν είναι το Γυμνάσιο του 1930, διότι εκείνο το έκαψαν οι Γερμανοί ολοσχερώς. Αυτό που υπάρχει σήμερα είναι ένα αντίγραφο εκείνου, που κτίσθηκε για λόγους συναισθηματικούς το ‘50. Το ίδιο και η προσθήκη του Λυκείου την δεκαετία του ’70.

Η προσθήκη της «μοντέρνας» πύλης δεν θα αλλάξει αυτό που σημαίνει το κτήριο για τους ανθρώπους, δεν θα μεταβάλλει τις αναμνήσεις μας και δεν θα του αφαιρέσει την αυταξία του γιατί πάντα θα είναι «το Γυμνάσιο».

Φυσικά υπάρχουν κάποια κτήρια που πρέπει να διατηρούνται αναλλοίωτα στο χρόνο για λόγους ιστορικής αναφοράς. Τέτοια είναι η Ακρόπολη, ο ναός της Αγίας Τριάδας στο Καρπενήσι. Μήπως όμως δεν έπρεπε να μπει ηλεκτρικό στην Αγία Τριάδα; Μήπως δεν έπρεπε να φτιαχτεί το νέο καμπαναριό; Μήπως δεν έπρεπε να μπουν οι σιδερένιοι κοιλοδοκοί; Μα τότε θα κατέρρεε… Απλά το κτήριο είναι ζωντανό, μεγαλώνει και αναπτύσσεται χρόνο με το χρόνο, εξελίσσεται. Αν έρχονταν σήμερα ο Ευγένιος ο Αιτωλός, ασφαλώς δεν θα αναγνώριζε με τίποτε την εκκλησία που είχε στήσει ο ίδιος στα 1600 τόσο.

Εξ άλλου, δεν είμαστε εμείς που θα κρίνουμε το έργο και μάλιστα προτού καν ολοκληρωθεί. Αυτοί που πρέπει να εκφράσουν άποψη είναι οι τωρινοί του χρήστες, οι μαθητές και οι καθηγητές του, αυτοί που το λειτουργούν ΤΩΡΑ. Και αμφιβάλλει κανείς, ότι σε αυτά τα καινούρια σκαλιά, με τη μεγάλη πόρτα, τις ψηλές της καμάρες και τη μεγάλη πέργκολα, δεν θα βγουν το ίδιο συναισθηματικά φορτισμένες φωτογραφίες, δεν θα φιληθούν για πρώτοι φορά έφηβοι, δεν θα δημιουργηθούν νεανικές αναμνήσεις;

Προσωπικά, το σχέδιο που είδα στα Ευρυτανικά Νέα μου αρέσει. Θεωρώ ότι ταιριάζει με την παρακείμενη παρέμβαση στο πάρκο αποδήμων Ευρυτάνων. Μπορεί να μην είναι «παραδοσιακό λιθόκτιστο» αλλά «συνομιλεί» με το κτήριο όπως συνομιλεί το μουσείο της Ακρόπολης, με τον Παρθενώνα. Το τι αρέσει στον καθένα προσωπικά όμως, δεν έχει καμία σημασία.

Σημασία έχει ότι ύστερα από 50 χρόνια, όταν κι αυτό το κτίσμα θα έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του, κάποιοι άλλοι θα διαμαρτύρονται γιατί το καινούριο θα έχει φωτάκια λεντ, κινούμενα γλυπτά και τρισδιάστατες προβολές.

Υπό την προϋπόθεση βέβαια, ότι θα υπάρχουν κάποιοι για να διαμαρτύρονται στο Καρπενήσι σε 50 χρόνια.